συγκύπτω


συγκύπτω
Α [κύπτω]
1. σκύβω προς τα εμπρός και προς τα κάτω και ενώνω το κεφάλι μου με το κεφάλι άλλων
2. πλησιάζω κάτι σκύβοντας
3. γέρνω προς τα εμπρός, καμπουριάζω σαν να είμαι πολύ φορτωμένος
4. κλίνω καταφατικά το κεφάλι μου και εγώ μαζί με άλλους, συγκατανεύω
5. εργάζομαι σκληρά, κοπιάζω
6. μτφ. συμπράττω μετά από συμφωνία («οἱ γὰρ κακοῡντες τὰ κοινὰ συγκύψαντες ποιεῡσι», Ηρόδ.).

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • συγκύψουσιν — συγκύπτω bend forwards aor subj act 3rd pl (epic) συγκύπτω bend forwards fut part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκύπτω bend forwards fut ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτει — συγκύπτω bend forwards pres ind mp 2nd sg συγκύπτω bend forwards pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτον — συγκύπτω bend forwards pres part act masc voc sg συγκύπτω bend forwards pres part act neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτοντα — συγκύπτω bend forwards pres part act neut nom/voc/acc pl συγκύπτω bend forwards pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτουσι — συγκύπτω bend forwards pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκύπτω bend forwards pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτουσιν — συγκύπτω bend forwards pres part act masc/neut dat pl (attic epic doric ionic) συγκύπτω bend forwards pres ind act 3rd pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύψαι — συγκύπτω bend forwards aor inf act συγκύψαῑ , συγκύπτω bend forwards aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συνκύπτει — συγκύπτω bend forwards pres ind mp 2nd sg συγκύπτω bend forwards pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκυπτούσης — συγκύπτω bend forwards pres part act fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγκύπτειν — συγκύπτω bend forwards pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.